Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Εκδρομή στον Όσιο Λουκά και στην Αράχωβα!

Μονοήμερη εκδρομή με προορισμό τον όσιο Λουκά και την Αράχωβα διοργανώνει το τουριστικό Γραφείο Μουστάκα για τις 28 Ιανουαρίου.
Η Εκδρομή θα ξεκινήσει απο το Νέο Μοναστήρι, Στάση Βαρδαλής, Δρούγος, Δομοκός , Ομβριακή, είναι τα σημεία από όπου θα παραλάβει τους ενδιαφερόμενους  εκδρομείς και θα συνεχίσει στον προορισμό του τον Όσιο Λουκά και την Αράχωβα.
Η επιστροφή θα τερματίσει και πάλι στο Ν Μοναστήρι.
Τιμή εισιτηρίου 17 ευρώ
τηλέφωνο κρατήσεων : 6983391348

Λίγα Λόγια για τόν όσιο Λουκά

Η Μονή Οσίου Λουκά είναι χτισμένη σε υψόμετρο 430 μ. στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία τηςμεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στην κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς τηςUNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονήκαι τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη (29 Ιουλίου 896 - 7 Φεβρουαρίου 953).
Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται σε γραφική πλαγιά του Ελικώνα σε τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας[1] και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους[2]. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.
Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επίΡωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος[2]. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο[3]. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β'), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ')[1].
Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια. Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.
Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα[4].
Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση τουαρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι[5].
Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.
Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού[6].
Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.
Η προφητεία του Οσίου για την ανακατάληψη της Κρήτης τιμάται από την εικόνα του Ιησού του Ναυή στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας (αποκαλύφθηκε κατά την αναστήλωση το 1964), ο Ιησούς θεωρούνταν «μαχητής της πίστης», του οποίου η βοήθεια ήταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες. Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.
Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και ταψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος τηςΕικονομαχίας».[7]
Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει:
Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα [που] καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι[6].

40 ήμερο μνημόσυνο του Τζίμη τελείτε την κυριακή!

Το 40 ήμερο μνημόσυνο για τον Δημήτριο Τελούδη  θα τελεσθεί την Κυριακή που μας έρχεται απο την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.(22-1-2017)

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Ατύχημα στο Δομοκό!

Ατύχημα σήμερα στο Δομοκό.
Σχολικό Λεωφορείο του κτελ Φθιώτιδας ,  στην προσπάθεια του να παρκάρει έπεσε πάνω σε στάση στο Δομοκό.  Λίγη ώρα πριν το Λεωφορείο είχε αποβιβάσει τους μαθητές στο γυμνάσιο ΚΑΙ ΤΟ Λύκειο Δομοκού, ενώ στην στάση δεν βρίσκονταν κανείς. 

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΔΟΜΟΚΟΥ

Κανονικά από αύριο οι μαθητές του Δήμου Δομοκού , θα καθίσουν στα θρανία ,μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές , αλλά και τις αναγκαστικές διακοπές λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

κλειστά τα σχολεία και αύριο σε όλες της σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού

Κλειστά θα παραμείνουν και αύριο 17 Ιανουαρίου οι σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού, μετά απο απόφαση του Δημάρχου Δομοκού κ Τζιαχρήστα.

Κλειστά θα μείνουν όλες οι σχολικές μονάδες στο Δήμο Δομοκού!

Με απόφαση του Δημάρχου Δομοκού κ Τζιαχρήστα, κλειστά θα παραμείνουν όλες οι σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού μετά την νέα χιονόπτωση.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κανονικά τα μαθήματα αύριο στις σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού!

Κανονικά θα γίνουν αύριο τα μαθήματα σε όλες τις σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού. Σε περίπτωση αλλαγής του καιρού και νέας χιονόπτωσης η Δημοτική αρχή θα αποφασίσει τις πρωινές ώρες και θα το ανακοινώσει .

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ανατολική Ρωμυλία: Τα έθιμα- χαντέτια του Δωδεκαημέρου

Το δρώμενο της Καμήλας
Το δρώμενο της Καμήλας, ιδιαίτερα διαδεδομένο στο παρελθόν, αλλά και σήμερα, στη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη (από τον Πόντο ως την Πόλη και από την Ουκρανία ως την Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη νότια Αυστρία και τη Σλοβενία), εμφανίζεται ως μεταμφίεση τελετουργικού χαρακτήρα με «αόριστη γονιμοποιητική σημασία».[1] Το έθιμο, που με διαφορετικές παραλλαγές –αλλά πάντα πάνω στο ίδιο μοτίβο- το συναντάμε σε ολόκληρη την Ελλάδα,[2] συνηθίζεται από τους πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας μέσα στις γιορτές του Δωδεκαημέρου, και πιο συγκεκριμένα, κατά την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Το δρώμενο της Καμήλας.
Ο Β. Πούχνερ (Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια) υποστηρίζει, βέβαια, πως στον ελληνικό χώρο καλούνται «καμήλες» οι μεταμφιεσμένοι και μουτζουρωμένοι με καπνιά, ντυμένοι με κουρέλια, προβιές και κουδούνια.[3] Εντούτοις, όσο κι αν μιλήσαμε με τους ανθρώπους της Θράκης δεν αναφέρθηκε ποτέ αυτός ο χαρακτηρισμός –που δεν μπορούμε, φυσικά, να αμφισβητήσουμε πως ίσως ισχύει για άλλες περιοχές της Ελλάδας- για τους ‘μουτζουρωμένους’ της αποκριάς ή άλλων εθίμων.
Ο σκοπός του εθίμου της Καμήλας, μοιάζει να έχει χαθεί, μαζί με την προέλευσή του. Όπως κάθε αγερμός έχει σαν στόχο την ανταλλαγή ευχών για ‘καλοχρονιά’, γονιμότητα και υγεία. Άγνωστοι όμως παραμένουν οι λόγοι κατασκευής ενός τέτοιου ομοιώματος. Η καμήλα πιστεύεται, μας είπαν, ως ζώο που συμβολίζει την αφθονία. Θεωρούμε, όμως, πως αυτή είναι, μάλλον, μία εκ των υστέρων εξήγηση των σύγχρονών μας –ή λίγο γηραιότερων- που τους τέθηκε αυτό το ερώτημα.
Υπάρχει, πάντα, και η προφανής απάντηση ότι το πλούσιο εμπόριο ερχόταν στη Θράκη από το Βυζάντιο και την Ανατολή με καμήλες, γι’ αυτό και οι νέοι έμαθαν να συλλέγουν τα συμβολικά ‘δώρα’ του αγερμού τους με αυτό το υπομονετικό ζώο. Ή αντίθετα, ότι αφού ο κίνδυνος της επιδρομής κατέφθανε στην Ευρώπη από την Ανατολή και την Οθωμανική αυτοκρατορία με καμήλες, οι Βαλκάνιοι ξόρκισαν τους φόβους τους με μια ‘μαγική’ ιεροπραξία που αντικαθιστούσε το αρνητικό με το θετικό.[4] Όπως και να έχει ο συμβολισμός του ομοιώματος δεν μας είναι ξεκάθαρος.[5]
Ακόμη και τα παιχνίδια της με τον καμηλιέρη, όταν προσποιείται πως πεθαίνει κι έπειτα ανασταίνεται με την προσφορά κρασιού ή άλλων δώρων δεν φαίνεται να έχουν την ίδια σκοπιμότητα με το θάνατο και την ανάσταση του Τζαμαλάρη στο συγγενικό της έθιμο της σποράς. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο δρώμενο είναι αρκετά φτωχό σε συμβολισμούς, αντίθετα πλουσιότερο σε δράση που συμβαίνει προς χάριν των θεατών, κάτι που θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα σε επόμενη ενότητα. Η μεταμφίεση και ο τρόπος κατασκευής του ομοιώματος της καμήλας είναι γνωστός και παντού ο ίδιος.
Ο Καμηλιέρης ή Ντιβιτζής ή Χιμπιτζής που συνοδεύει το ομοίωμα της καμήλας ή, σε κάποιες περιοχές, το ξόανο με το μακρύ λαιμό και το σαγόνι που ανοιγοκλείνει μηχανικά είναι συνήθως μεταμφιεσμένος είτε σε ανατολίτη, είτε με προβιές, ενώ οι συνοδοί του είναι φορτωμένοι με κουδούνια και μουτζουρωμένοι, όπως άλλωστε και στα περισσότερα λαϊκά δρώμενα. Όσο για την κατασκευή, αν και τα όρια ανάμεσα στα τετράποδα είναι ρευστά,[6] εντούτοις παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο κατασκευαζόταν σε όλες –ανεξαιρέτως- τις περιοχές η καμήλα.
Πιο συγκεκριμένα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως αν και ενδιέφερε η αληθοφάνεια (γι’ αυτό και οι λεπτομερείς περιγραφές και η χρήση δέρματος στο λαιμό ή το κεφάλι), το ομοίωμα δινόταν σχηματικά, με κάποια στοιχεία, σχεδόν σουρεαλιστικά θα έλεγε κανείς, κι όμως αυτό ακριβώς συντελούσε στην αίσθηση της πιστής απεικόνισης.[7] Για παράδειγμα, συχνότατα χρησιμοποιούσαν κρανίο πρόβατου ή σκύλου για το κεφάλι του ομοιώματος, τα οποία διαφέρουν πολύ από το κρανίο της καμήλας, ή κατασκεύαζαν με δυο ξύλα –τυλιγμένα με δέρμα ζώου- απλώς ένα σαγόνι. Επιπλέον, αν και είναι ξεκάθαρο πως το σύμβολο του δρωμένου είναι μια θηλυκή οντότητα, εντούτοις η κατασκευή παραπέμπει σε ένα πλάσμα άφυλο και εξορίζει από το δρώμενο αυτό κάθε στοιχείο σεξουαλικότητας, γεγονός ιδιαίτερα περίεργο για μια τελετή τέτοιου είδους.
Αναφορές στη βιβλιογραφία
Το 1969, καταγράφεται από τον Δ. Κτενίδη, η Καμήλα στο Θούριο Διδυμοτείχου. Το έθιμο θεωρείται –προφανώς με αφορμή την ημερομηνία τέλεσής του- ως αναπαράσταση του ταξιδιού του Αγίου Βασιλείου από τα βάθη της Ανατολής. Η τελετουργία του δρωμένου είναι απλή, πρόκειται για ένα αγερμό την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, κατά τον οποίο, πολλές ομάδες νέων -μία ομάδα νέων στο παρελθόν του χωριού όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας- γυρνούν στα σπίτια του χωριού μεταφέροντας ευχές, τραγουδώντας, χορεύοντας, κάνοντας αστείες και μιμικές κινήσεις, και στους οποίους οι νοικοκυραίοι προσφέρουν χρήματα ως ανταμοιβή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η κατασκευή της καμήλας. ΕθιμοΚαμήλαςΘούριοΕβρου
Κατασκευάζουν πρώτα ένα πλαίσιο από ξύλα σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου με τις πλάγιες πλευρές μεγαλύτερες από τις παράλληλες, οι οποίες εξέχουν λίγο. Επάνω σε αυτό το πλαίσιο στηρίζουν ένα σκελετό από βέργες μουριάς καμπουριαστό. Πάνω στο σκελετό αυτό εφαρμόζουν κουβέρτες χρώματος σταχτί κι έτσι σχηματίζεται ο κορμός της καμήλας. Ένα κομμάτι ξύλο τυλιγμένο με δέρμα λαγού αποτελεί το λαιμό και ένα κρανίο προβάτου ή σκύλου αποτελεί το κεφάλι. Δύο γυαλιστεροί βόλοι αποτελούν τα μάτια και μια κόκκινη πιπεριά τη γλώσσα.
Η ουρά κατασκευάζεται με μια λωρίδα από προβιά ή μια φούντα από μαλλιά κατάλληλα πλεγμένα. Όλο αυτό το σύστημα το ανασηκώνουν δύο νέοι, το σώμα των οποίων κρύβεται και προβάλλουν μόνο τα τέσσερα πόδια. Στο λαιμό κρεμούν ένα κουδούνι.[8] Την Καμήλα ακολουθεί πάντα ο Καμηλιέρης, μεταμφιεσμένος σε ανατολίτη (φορώντας γυναικεία ρούχα) και μαυρισμένος με φούμο, ενώ στις ομάδες υπάρχει πάντα ένας ταμίας, και συχνά και οργανοπαίχτες.
Ο Ι. Πραντσίδης στη διδακτορική διατριβή[9] του αναφέρει πως στο Ακ Μπουρνάρ της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Inzovo Βουλγαρίας) το έθιμο της Kαμήλας τελούνταν αποκλειστικά από άντρες, που επιλέγονταν προσεκτικά με κριτήριο, όχι μόνο την καλή γνώση του εθίμου και των στιχομυθιών που επαναλαμβάνονταν, αλλά και την ευχέρεια τους στο λόγο, τους αστεϊσμούς, καθώς και την άνεσή τους μπροστά στο κοινό τους, μια και θα ξεστόμιζαν φράσεις με άσεμνο περιεχόμενο.
Τα πρόσωπα του εθίμου ήταν ο Ντιβιτζής, δηλαδή ο καμηλιέρης με την καμήλα του, μια δεύτερη καμήλα που κυκλοφορούσε ελεύθερη, οι δυο παππούκες και οι οργανοπαίχτες (με γκάιντα και νταούλι). Τα ομοιώματα της καμήλας ήταν κατασκευασμένα από ξύλα, επενδυμένα με υφαντές κουρελούδες, ενώ ο λαιμός και το σαγόνι, χάριν της αληθοφάνειας επενδύονταν με προβιές. Το σαγόνι της κατασκευής αυτής ήταν δεμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανοιγοκλείνει με ευκολία, ενώ γύρω από το σώμα της κρεμούσαν κουδούνια. Την καμήλα κουβαλούσε ένας άντρας στην πλάτη του, με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβεται κάτω από την καμπούρα της και να φαίνονται μόνο τα πόδια του.
Ο Ντιβιτζής φορούσε ανάποδα ένα μακρύ παλτό επενδυμένο με προβιά (την κουζιούφκα), ένα ψηλό κωνοειδές καπέλο ντυμένο με ύφασμα ή δέρμα, το καούκι, τσαρούχια και από πάνω μπιάλια(:άσπρες γκέτες) ενώ μαύριζε το πρόσωπό του με καπνιά. Στη μέση του έδενε μια μεταλλική βέργα με γάντζο (τον άλσο), που όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας χρησιμοποιούσαν πάνω από το τζάκι για να κρεμάνε τα μπακιρένια σκεύη, και κρατούσε στα χέρια ένα ξύλινο σπαθί και το τοπούζι, ένα κοντό ρόπαλο σε σχήμα φαλλού.
ΕθιμοΚαμήλαςΝέαΟρεστιάδα (1)
Ο παππούκας φορούσε παλιά ρούχα και ένα δερμάτινο προσωπείο με γένια και κέρατα,[10] ενώ κρατούσε στο χέρι και μία λεπτή βέργα. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι άντρες επισκέπτονταν τον Ντιβιτζή για να τον προσκαλέσουν στο έθιμο. Εκείνος αρχικά, προσποιούνταν πως δεν θέλει και τους ανάγκαζε να τον παρακαλούν, μέχρι να του υποσχεθούν κάποιο δώρο. Αφού τον έπειθαν, ξεκινούσαν όλοι μαζί για το σπίτι του παπά, το πρώτο σπίτι που έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο να επισκεφθούν. Ακολουθούσε επίσκεψη σε όλα τα σπίτια του χωριού ως το πρωί.[11] Σε κάθε πόρτα που έφταναν ο Ντιβιτζής ρωτούσε το νοικοκύρη αν ήθελε να του χορέψει η Καμήλα. Αν ο τελευταίος δεχόταν, ακολουθούσαν διάφορα αστεία που ολοκληρώνονταν με το συμβολικό θάνατο και την ανάσταση της Καμήλας.
Αφιντικό να χουρέψη η καμήουα; Η τόπους είνι ιρός; ντιμέκ είνι βαρά η καμήουα να μην πατώσ(ει). Ιντάξ(ει) ιρός είνι, λέει τ’ αφεντικό.
Χιρνά η γκάιντα να ουαλεί, πιάν(ει) αυτός ‘ν καμήουα, ‘ν παένει κι φιουά του χερ(ι) τ’ αφεντικού, σ’ αφεντικίνας, ύστιρα χιρνά να χουρεύ(ει).
Χουρεύ(ει) ως καπ, α σουρήξ(ει) νιάφρα η γκάιντα ξιέρν(ει) η καμήουα. Πεφτν οι παπούκες πχακών ‘ν καμήουα να τ’ σφαξν να μην πάει τζιάμπα.
Ιρνά κατ’ αφιντικό τουν φτα, δεν ντρέπισι να μη πεις ψέμματα, η τόπους δεν ήταν ιρός και ξέορι του χαϊβάν(ι).
Παέν(ει) ως καπ ιρνά, κοίταξι λέει, του χαϊβάν(ι) ψόφσι που ψόφσι να βρούμι κάνα φάρμακο να του δώσουμι, να ιδούμι δα να πιράσ(ει); Λέει, τίπτας αν εχς κρασί να του δώσουμι…
Τ’ δίν(ει) ‘ν καμήουα, να πιη κι άθραπους ουπχάτ, πάλι δεν ένιτι δλεια, η καμήουα δεν ταράζιτι, να ιδούμε κάνα ξούρ(ι) θα ‘χει.
Τηράει, λέει, ε αφιντικό κοίταξ(ει) η δλεια που είνι, δα ξιίρι του πέταουτς μη του νύχ(ι) μαζί, αν έχς κάνα πέταου που να γράφ(ει) 20, 50 λέφια να ‘ν καλιγώσουμι, θα σκουθεί.[12]
Μετά το φιλοδώρημα της καμήλας ακολουθούσαν ευχές και ένα ξόρκι στα τουρκοελληνικά για καλή σοδειά και γονιμότητα με την ακόλουθη κατάληξη:
«σικινίντα μπιρικέτ(ι) σικινίντα κουβέτ(ι)»,
δηλαδή «καλή δύναμη και σοδειά στο φαλλό μας».
Η σκηνή τελείωνε με χορό, που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατριβή, αλλά και το πληροφοριακό υλικό που συγκεντρώσαμε μέσα από συνεντεύξεις για την περιοχή, ήταν συγκεκριμένος και ονομαζόταν ‘καμηλίτικος’ (ζωναράδικος χορός). Στο χορό αυτό οι πρωταγωνιστές είχαν συγκεκριμένες θέσεις και χόρευαν μπρος- πίσω, δίχως να μετακινούνται προς τα δεξιά. Έπειτα ξεκινούσαν για το επόμενο νοικοκυριό. Το δρώμενο συνεχιζόταν ως τα ξημερώματα, μέχρι να περάσουν από ολόκληρο το χωριό και να συναντηθούν με την ομάδα που τελείωνε εκείνη την ώρα τα ‘τραγούδια’ της παραμονής.[13]
Για το Μεγάλο Μοναστήρι της Ανατολικής Ρωμυλίας, επίσης στην επαρχία του Καβακλή, οι Καμήλεςκαθώς ήταν το έθιμο που άνοιγε και έκλεινε τον κάθε χρόνο, ήταν, ίσως, και το σημαντικότερο της κοινωνικής ζωής των κατοίκων. Ο Π. Λιτούδης στη μεταπτυχιακή του εργασία με θέμα το συγκεκριμένο δρώμενο, μας πληροφορεί πως οι Ντιβιτζήδες (:οι καμηλιέρηδες) ετοιμάζονταν μέρες πριν [14]
Η φορεσιά του Ντιβιτζή στο Μοναστήρι ήταν όμοια με εκείνη του Ακ Μπουρνάρ. μακρύ πανωφόρι από προβιά, όμοιο παντελόνι, τσαρούχια, άσπρες γκέτες, τοπούζι στα χέρια και καούκι στο κεφάλι (το προσωπείο του είχε ακόμη και κατασκευασμένα φρύδια, μουστάκι από σπάγκο, και δόντια από φασόλια περασμένα σε σκοινί με ειδικό τρόπο). Η Καμήλα κατασκευαζόταν με ένα σκληρό ξύλινο πλαίσιο βάσης με κουδούνια σε κάθε γωνία, πάνω του βέργες σε καμπύλη και από πάνω παλιά στρωσίδια ή δέρματα. Για λαιμό και κεφάλι της Καμήλας χρησιμοποιούσαν μια χοντρή βέργα, τον πατσά ή καφά που κατέληγε σε «κύρτωμα», πάνω στο οποίο τύλιγαν ένα δέρμα ή προβιά.
Η διαφοροποίηση στην περιοχή αυτή συναντάται στο γεγονός πως εδώ το ίδιο βράδυ, βγαίνουν πολλοί Ντιβιτζήδες, ο καθένας με την Καμήλα του, και γυρνάνε ως ζευγάρι τα σπίτια. Όταν την νύχτα της παραμονής έφταναν σε κάποιο σπίτι έλεγε ο ντιβιτζής μπροστά στο νοικοκύρη, που τους προϋπαντούσε τα εξής λόγια:
«Μαχ, μαχ τον πίτα, τον παρά, τσοκ λαρά τον πίτα τον παρά, νάσου μπακαλούμ; μπεε; κεφλιρί εβατζιά τον πίτα τον παρά Μάχ, μαχ τον πίτα τον πάρα». […]
Έλεγε χτυπώντας το τοπούζι «Μαχ, μαχ τον πίτα τον παρά».[15] Αμέσως η καμήλα λικνιζόταν σιγά- σιγά και καθόταν κάτω, ή σε κάποιο κάθισμα. Η έκφραση «τσοκ λαρά τον πίτα τον παρά» σημαίνει θα τον πάρουμε τον πίτα τον παρά. Ο πίτας ο παράς ήταν το νόμισμα της πίτας της πρωτοχρονιάτικης. Αυτό ζητούσαν σαν φιλοδώρημα. Οι λέξεις «νάσου μπακαλούμ, μπεε» ήταν η παράκληση του ντιβιτζή προς την καμήλα να σηκωθεί. Η καμήλα σηκωνόταν μόλις την έλεγε «κεφλιρί εβατζιά τον πίτα τον παρά», δηλαδή μας έδωσαν τα χρήματα, «τον πίτα τον παρά».
Προτού συμβεί αυτό ο νοικοκύρης τους έλεγε, μήπως πρέπει να δώσουν κάτι στο ζωντανό για να σηκωθεί, δηλαδή λίγο τσίπουρο, λίγο κρασί «κανιά μοίρα» μόλις συνέβαινε κι αυτό τότε ο ντιβιτζής έβαζε το τοπούζι από κάτω στη βάση του πλαισίου και την στήριζε βοηθώντας να σηκωθεί.[16] Η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν ως το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς. Όταν η περιφορά της καμήλας τελείωνε συγκεντρώνονταν όλοι στην πλατεία του χωριού, περιμένοντας να τελειώσει η λειτουργία της εκκλησίας ώστε να στήσουν το χορό που κρατούσε ως αργά το μεσημέρι.[17]
Πριν, όμως, ‘κλείσει’ το έθιμο χόρευαν οι καμήλες τον «καμηλτζίδκου χουρό», κατά τον οποίο, η μία προσπαθούσε να ‘νταϊκώσει’ την άλλη από κάτω (ουσιαστικά η μία προσπαθούσε να επιβληθεί της άλλης), και στη συνέχεια, οι ντιβιτζήδες, τον «ντιβιτζίδκου χουρό», συγκαθιστό χορό κατά τον οποίο έπρεπε να δείξουν όλη τη χάρη και τη δεξιοτεχνία τους. Το Καβακλή ήταν η πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας στην Ανατολική Ρωμυλία,[18] με πληθυσμό γύρω στις δέκα χιλιάδες Έλληνες κατοίκους στις αρχές του εικοστού αιώνα.
Το 1906, μάλιστα, βρίσκουμε κατεγραμμένα τέσσερα ελληνικά σχολεία και τρεις ελληνικές εκκλησίες.[19] Για τους Καβακλιώτες η Πρωτοχρονιά ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική μέρα που έπρεπε να γιορταστεί με συμβολισμούς πλούτου και αφθονίας. Ακριβώς αυτήν την αφθονία, υποστηρίζουν οι σημερινοί ηλικιωμένοι απόγονοί τους πως συμβολίζει η καμήλα. Πιστεύοντας, δηλαδή, πως πρόκειται για ένα ζώο που αντανακλά το προσόν της υπομονής, αλλά και τη χάρη της αφθονίας (υποθέτουμε πως, μάλλον, αυτή η εντύπωση έχει δημιουργηθεί επειδή συγκρατεί άφθονο νερό στο οργανισμό της ώστε να επιζήσει στην έρημο), η καμήλα επιλέχθηκε για να συντροφεύσει τους νέους στο βραδινό αγερμό της παραμονής της Πρωτοχρονιάς.
Οι κάτοικοι του δήμου Κουφαλίων[20] σήμερα υποστηρίζουν πως όταν ξεκίνησε το έθιμο, η τέλεσή του γινόταν με ζωντανές καμήλες.[21] Εντούτοις, στην πρώτη καταγραφή του δρωμένου, που ανακαλύψαμε σε ένα ανέκδοτο κείμενο φοιτητή από το αρχείο του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας, γραμμένη το 1966 και βασισμένη στην περιγραφή και τις εμπειρίες ενός ηλικιωμένου πρόσφυγα που γεννήθηκε στο Καβακλή περίπου το 1886, η Καμήλα τελούνταν με την κατασκευή ομοιώματος. Όταν πρόκειται για μεγάλη καμήλα συγκεντρώνονται μεγάλοι άντρες μπροστά από καιρό και κάνουν τις ετοιμασίες, 15- 20 άντρες και κατέβαλαν ένα ορισμένο χρηματικό ποσό που κατά τη γνώμη τους θα κάλυπτε τα έξοδά της.
Πάνω σ’ ένα κάρο δίτροχο έκαναν το σκελετό της με ξύλα καρφωμένα στα πλευρά του κάρου, τα οποία σκέπαζαν με διάφορες γούνες ή υφάσματα ούτως ώστε να σχηματίζεται ο κορμός της. Από το εμπρόσθιο μέρος του κάρου, εκεί που φυσιολογικά βρίσκεται ο λαιμός της καμήλας, τοποθετούσαν ένα μακρύ και λίγο στραβό σε δύο μέρη ξύλο, και στο άκρο του λαιμού, όπου το ξύλο ήταν πιο εξογκωμένο να δηλώνει το κεφάλι στο κάτω μέρος, μ’ ένα κομμάτι σανιδιού καταλλήλως πελεκημένο σχημάτιζαν την κάτω σιαγόνα της καμήλας στερεωμένη στο πίσω άκρο έτσι ώστε να κινείται όπως ακριβώς μια φυσιολογική.
Στο κούφιο μέρος που σχημάτιζαν μέσα στον κορμό της καμήλας τοποθέτησαν ένα παιδί να κινεί με τη βοήθεια ενός σκοινιού και δια μίας τρύπας που ήταν για αυτόν ακριβώς το λόγο ανοιγμένη στην απάνω σιαγόνα. Τη συνοδεία της καμήλας αποτελούσε ολόκληρο επιτελείο από ψεύτικα κανόνια τα οποία έσερναν άλογα, ένα σωρό καβαλάρηδες λαμπροστολισμένοι, φουστανελοφόροι, παρίστανε ο καθένας τους κι ένα μεγάλο στρατηγό. Τα κανόνια κατά την ώρα της πορείας σε κάθε δυο- τρία σταυροδρόμια βροντούσαν και μ’ αυτό τον τρόπο έκαναν πιο επιβλητική τη μεγαλοπρέπεια του κατασκευάσματος.
Η πομπή συνοδευόταν από πλήθος κόσμου και απολάμβανε ασυγκίνητα ενθουσιώδη χειροκροτήματα και οι ομορφοντυμένοι καβαλάρηδες έκαναν διάφορους καλπασμούς πάνω στ’ άσπρα τους άλογα και κόλπα, που κατά τη γνώμη τους δεν μπορούσαν να κάνουν άλλοι. Η πομπή της καμήλας γύριζε και στα γειτονικά χωριά για να αυξηθούν όσο το δυνατόν τα έσοδά της. Σήμερα στα Κουφάλια κάνουν καμήλες, μικρές όπως τις ονομάζουν, συνήθως μικρά παιδιά.
Κάνουν μόνο το ‘τσιακαλdάκ’, δηλαδή το λαιμό και το κεφάλι της καμήλας παίρνουν μερικά κουδούνια μεγάλα απ’ τους τσομπάνηδες, τα λεγόμενα ‘τουντσιά’, και γυρίζουν το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς απ’ τα σπίτια, χτυπώντας τα κουδούνια και φωνάζοντας ‘dίου dέdου κάμι dέdου ό ό ορ ι ι σι’ με μια δυνατή και μακρόσυρτη φωνή[22].
Εκτός απ’ το βράδυ της παραμονής οι καμηλιέρηδες (καμιουάρους) στέκονται και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς έξω από την εκκλησία, στην εξωτερική πύλη της και ενώ βγαίνει ο κόσμος χτυπούν πάλι τα κουδούνια, ανοιγοκλείνουν το ‘τσιακαλdάκι’ της καμήλας, βροντοφωνάζουν το συνηθισμένο σκοπό κ’ απλώνουν το χέρι τους με τον κουμπαρά στους πιστούς δημιουργώντας ένα σωστό πανδαιμόνιο εκκωφαντικών θορύβων.[23] Από την ίδια καταγραφή, μαθαίνουμε, επίσης, πως στο Καβακλή μετά την περιφορά της Καμήλας ακολουθούσε πολύωρο γλέντι με τις προσφορές που είχαν μαζευτεί καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, ενώ ό, τι περίσσευε από τα έσοδα της βραδιάς, οι συμμετέχοντες το μοίραζαν στις φτωχές οικογένειες.
Παραπομπές
  • [1] Β. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, σ. 88
  • [2] Μια εκτενή περιγραφή για τον Ασπρόπυργο, βλ. στο Β. Πούχνερ, ό. π., σσ. 88- 89
  • [3] Ό. π., σ. 79
  • [4] Για το ίδιο ζήτημα, βλ. και Θ. Γράμματα, Δρώμενα και Λαϊκό θέατρο, σ. 18
  • [5] Καθώς δεν έχουμε ανακαλύψει στη βιβλιογραφία κάποια ικανοποιητική εξήγηση, και αφού δεν θεωρούμε εαυτούς ειδικούς σε τέτοια ζητήματα, αφήνουμε το ερώτημα ανοιχτό.
  • [6] Με τον ίδιο τρόπο σε άλλες περιοχές παριστάνουν π.χ. τα ‘άλογα’. Βλ. και Β. Πούχνερ, ό. π., σ. 91-92
  • [7] Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στο αφαιρετικό αυτό σχήμα και την αληθοφάνεια θα μας απασχολήσει στη συνέχεια εκτενέστερα. Όσο για τον όρο ‘σουρεαλιστικό’ τον χρησιμοποιούμε με την πλατιά ετυμολογική του σημασία και όχι με την πιο ειδική έννοια που έλαβε στα διάφορα κινήματα της τέχνης (βλ. και την ενότητα του σχολιασμού των δρωμένων)
  • [8] Δ. Κτενίδης «Λαογραφικά Θουρίου Διδυμοτείχου», Θρακικά τόμ. 43ος, σ. 141. Αναδημοσιευμένο και στο Θ. Γραμματάς, Δρώμενα και Λαϊκό Θέατρο, σσ. 22- 23
  • [9] Ιωάννης Πραντσίδης, Ο παραδοσιακός χορός στις κοινότητες των Ακμπουναριωτών στο Γκενεράλ Ίντσοβο Βουλγαρίας και στο Αιγίνιο Πιερίας, σσ. 54- 59
  • [10] Δεν μπορούμε και εμείς να μην κάνουμε εδώ τη σύγκριση με τους σάτυρους. Εντούτοις, αναρωτιόμαστε πάντα, αν ο παππούκας θύμιζε εξαρχής τους αρχαίους προγόνους του ή αν η ομοιότητα προέκυψε από την επιθυμία να τους θυμίσει.
  • [11] Σημειώνεται εδώ πως στο δρόμο τραγουδούσαν όλοι το τραγούδι Μωρ’ Λένου, Λένου
    Μωρ’ Λένου- Λένου καραγκιόζου (μαυρομάτα)
    Μωρ’ που ήσαν Λένου τώρα βδουμάδα
    Τώρα βδουμάδα κι τρεις σου μέρις
    Στου Μαναστήρι ζουνάρια υφαίνου μουρ μουκαντέινα μαρμαρουδήτμα (σχέδια ύφανσης)
    Ν’ ακούς μουρ Λένου τι λέει η γκάιντα τι χουρατεύι
    Η γκάιντα λέει Τούρκουν αϊγάπσις Τούρκουν θα πάρεις.
    Σφάζομαι μάναμ κόφτουμι μάναμ τα’ αρμάνια παίρνου Τούρκον δεν παίρνου
    (Ό. π. σ. 56)
  • [12] Αφήγηση του Ένιο Ντ. Σμόκοφ (κάτοικος στο Ίντζοβο και γεννημένος το 1925) στον Ι. Πραντσίδη. Ό. π. σ. 57
    Μεταφέρουμε στα νέα ελληνικά:
    Αφεντικό, να χορέψει η καμήλα; Το πάτωμα είναι γερό; Γιατί η καμήλα είναι βαριά, να μην πέσει. Εντάξει, γερός είναι, λέει το αφεντικό. Ξεκινά η γκάιντα να τραγουδά, πιάνει κι αυτό (εν. ο ντιβιτζής) την καμήλα, πηγαίνει και φιλά το χέρι του αφεντικού και της αφεντικίνας, κι ύστερα ξεκινά να χορεύει. Χορεύει ως κάπου (εν. λίγο), μέχρι να παίξει μια φορά η γκάιντα, πέφτει κάτω η καμήλα. Πέφτουν οι παππούκες πλακώνουν την καμήλα να τη σφάξουν να μην πάει χαμένη. […] Γυρνά αυτός στο αφεντικό, τον φτύνει, δεν ντρέπεσαι που μου είπες ψέματα, το πάτωμα δεν ήταν γερό και έπεσε το ζώο. […] Πηγαίνει μέχρι κάπου (εν. ο ντιβιτζής), γυρίζει, κοίταξε, λέει, το ζώο, ψόφησε που ψόφησε, να βρούμε κανένα φάρμακο να του δώσουμε, να δούμε θα περάσει; Λέει, τίποτα κρασί, αν έχεις να του δώσουμε. […] Το δίνουν στην καμήλα, να πιει κι ο άνθρωπος που ήταν από κάτω, πάλι δεν γίνεται δουλειά, η καμήλα δεν ταράζεται, να δούμε κανένα πρόβλημα θα έχει. Βλέπει, λέει, αφεντικό κοίταξε, δουλειά που έγινε, θα φύγει το πέταλό της με το νύχι μαζί. αν έχεις κανένα πέταλο που να γράφει 23- 30 λέφια (νομίσματα Βουλγαρίας) να την πεταλώσουμε, θα σηκωθεί.
  • [13] Έθιμο, επίσης της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, ήταν η περιφορά μιας ομάδας αντρών από σπίτι σε σπίτι για να τραγουδήσουν κάλαντα και, κυρίως, ευχές για τους νοικοκυραίους.
  • [14] «Η λέξη προέρχεται ετυμολογικά από την αραβική ‘ντεβέτ’ που σημαίνει καμήλα, άρα ντιβιτζής προέρχεται από το ‘ντεβετζή’ και σημαίνει τον αναβάτη της καμήλας, τον καμηλιέρη». Π. Λιτούδης,Το δρώμενο της ‘Καμήλας’ και η μουσικοχορευτική παράδοσή του κατά το πέρασμα του χρόνου από τους Μεγαλομοναστηριώτες, σ. 40
  • [15] Όπως μας πληροφορεί ο Π. Λιτούδης «μαχ, μαχ» είναι το πρόσταγμα του Ντιβιτζή για να καθίσει η καμήλα. Συνεπώς, «μαχ, μαχ τον πίτα τον παρά» θα σήμαινε –σε ελεύθερη απόδοση- «κάθισε για να πάρουμε τον πίτα τον παρά, δηλαδή το φιλοδώρημα».
  • [16] Π. Λιτούδης, ό. π., σσ. 40- 41
  • [17] Ο χορός της ημέρας ήταν οι ‘Καμήλες’ σε ζωναράδικο ρυθμό, με στίχους όπως «Καλές καμήλες, καουά παλκάρια, καλές φουντούδες, καουά κουρτσούδια». Βλ. Π. Λιτούδης, ό. π., σ. 42
  • [18] Η περιφέρεια ή επαρχία Καβακλή περιλάμβανε τα χωριά Καρυαί, Σιναπλή, Μέγα και Μικρό Μοναστήριον, Ακ Μπουρνάρ (ή Ακ Βουνάρ), Μέγα και Μικρό Βογιαλίκιον, Μουραδανλή, Δογάνογλου, Δράμα, Τσεκούρ- κιοϊ (ή Τσικούρ- κιοϊού), Χάσκιουϊού, με συνολικό ελληνικό πληθυσμό 28.500 κατοίκων το 1906. Βλ. Α. Γλαβίνα, Το Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας, σ. 20
  • [19] Βλ. ακόμη Μ. Λουλουδόπουλος, Ανέκδοτος συλλογή, 1903, σ. α- ιη
  • [20] Δήμος στο νομό Θεσσαλονίκη όπου κατοικούν οι περισσότεροι πρόσφυγες Καβακλιώτες.
  • [21] Στην πεποίθησή τους αυτή φαίνεται να οφείλεται και το γεγονός πως στο παρελθόν το 1957, αλλά και γύρω στα 1971, έφεραν από την Ανατολή ζωντανές καμήλες στα Κουφάλια για να γιορταστεί το έθιμο. Εμείς, βέβαια, αναρωτιόμαστε μήπως είναι η ανάμνηση αυτή, μαζί και φωτογραφικό υλικό με καμήλες στο Καβακλή (φώτο 79), που έχει προκαλέσει τη σύγχυση για την πεποίθηση αυτή, μια και ο γηραιότερος σήμερα, ελάχιστες μνήμες μπορεί να έχει ουσιαστικά από τη γενέτειρά του.
  • [22] Η έκφραση αυτή, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, επαναλαμβάνεται με παρόμοιους τρόπους ως τις μέρες μας, δίχως κανείς να είναι σίγουρος για την προέλευση και τη σημασία της. Ενδιαφέρον λοιπόν, παρουσιάζει το σχόλιο του επίδοξου συγγραφέα πως όσο κι αν ρώτησε τους γηραιότερους δεν πήρε απάντηση για τη σημασία των λόγων αυτών, γεγονός που δείχνει πως από τότε είχε χαθεί η αρχική τους έννοια.
  • [23] Χ. Λέκας, (Καβακλί- Αν. Ρωμυλίας) Από τους βουλγαροπρόσφυγες ‘Καβακλιώτες’. Έθιμα κατά τις ημέρες των Δωδεκαημέρων (αdέτια) (1966) Πρωτογενές λαογραφικό υλικό για τη Θράκη, Σπουδαστήριο λαογραφίας ΑΠΘ, 340- περιγραφή του Ιβάντσιου Σαράφι/ Ιωάννη Σαραφείδη, αυτόπτη μάρτυρα της καμήλας στο Καβακλί, περίπου 80 χρονών την εποχή της καταγραφής
Της Ελένης Δάγκα
απόσπασμα έρευνας της σκηνογράφου-ενδυματολόγου
(υποψήφιας διδάκτορος τμήματος Θεάτρου -Σχολή Καλών Τεχνών, ΑΠΘ)
(αναρτησμένο στο facebook)
(οι φωτογραφίες είναι επιλογή Yauna)

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

[Πρώτο Θέμα]: Απεγκλωβίστηκε μετά από 3 ώρες από τον Δομοκό το τρένο με τους 300 επιβάτες

Βραχυκύκλωσε η μηχανή και λόγω του πάγου δεν μπορούσε επί ώρα να πάει η άλλη – Μειώνει τα δρομολόγια Αθήνα – Θεσσαλονίκη η ΤΡΑΙΝΟΣΕ
Απεγκλωβίστηκε τελικά λίγα λεπτά πριν από τις 3 το απόγευμα η αμαξοστοιχία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ με τους περίπου 300 επιβάτες που ταξίδευαν από την Αθήνα προς την Θεσσαλονίκη, και είχαν εγκλωβιστεί στο ύψος του Δομοκού, για περίπου 3 ώρες.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε ο Σκάι, η μηχανή του συρμού βραχυκύκλωσε και το τρένο ακινητοποιήθηκε. Το πρόβλημα όμως δημιουργήθηκε καθώς η μηχανή αντικατάστασης που έπρεπε να φτάσει στο σημείο από τον σταθμό των Παλαιοφαρσάλων δεν μπορούσε να κινηθεί στο δίκτυο, καθώς λόγω κακής συντήρησης, έχουν παγώσει τα «κλειδιά»!
Η αμαξοστοιχία ΙC 53 που εκτελεί το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη Αθήνα με 300 επιβάτες, συνεχίζει κανονικά πλέον το δρομολόγιο της αφού υπήρξε αντικατάσταση της μηχανής.
Όπως επισήμαναν στελέχη της ΤΡΑΙΝΟΣΕ εξαιτίας της έντονης κακοκαιρίας τα προβλήματα που παρουσιάζονται στο σιδηροδρομικό δίκτυο είναι να έχουν παγώσει τα “κλειδιά”, να υπάρχει συσσωρευμένο χιόνι στις γραμμές που δεν έχει καθαριστεί από τον ΟΣΕ και να υπάρχει και πτώση της τάσης στο ηλεκτροκίνητο δίκτυο.
Για το λόγο αυτό, η εταιρεία προχωρά σήμερα και αύριο στη μείωση των δρομολογίων στο υπεραστικό δίκτυο Αθήνα – Θεσσαλονίκη, καθώς και στη γραμμή του προαστιακού Λάρισας Θεσσαλονίκης.

Στούς -18 το Ν Μοναστήρι

Πολικές οι Θερμοκρασίες στο Δήμο Δομοκού κατά την σημερινή ημέρα. Ρεκόρ ημερών σημείωσε το θερμόμετρο καταγράφοντας -18 βαθμούς. Ευτυχώς για τον Δήμο  Δομοκό σταμάτησε να χιονίζει αφού το ύψος του χιονιού κόντεψε το ένα μέτρο. Ο Δήμος Δομοκού με τα λίγα μηχανήματα και τα πολλά προβλήματα στάθηκε όρθιος , δίνοντας λύσεις όπου ήταν δυνατό.

Έφυγε ο Κωνσταντίνος Μανωλούδης.

Έφυγε ξαφνικά χθές και κηδεύτηκε σήμερα στο Νέο Μοναστήρι ο  Κωνσταντίνος Μανωλούδης συνταξιούχος του ΟΣΕ. Ο Μπαρμπά- Κώστας υπήρξε εξαίρετος οικογενειάρχης, εργατικός και πολύ αγαπητός... Καλό ταξίδι μπαρμπά Κώστα, θα σε θυμόμαστε πάντα!!!

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Κλειστά τα σχολεία και την Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Με απόφαση του Δημάρχου Δομοκού κλειστά θα μείνουν όλες οι σχολικές μονάδες του Δήμου Δομοκού λόγω των χιονοπτώσεων.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

κλειστά τα σχολεία αύριο Πέμπτη σε όλο το Δομοκό !

Μ ε απόφαση του Δημάρχου κλειστά θα παραμείνουν και αύριο τα σχολεία του Δήμου μας!

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Κλειστά τα σχολεία και αύριο Τετάρτη στο Δήμο Δομοκού!


Με απόφαση του Δημάρχου Δομοκού  αύριο Τετάρτη  11 Ιανουαρίου όλα τα σχολεία στο Δήμο Δομοκού θα παραμείνουν κλειστά!!